άδειασμα


άδειασμα
το [αδειάζω]
αφαίρεση τού περιεχομένου κάποιου πράγματος, εκκένωση, κένωση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • άδειασμα — το, ατος κένωμα: Το άδειασμα της στέρνας κράτησε πολλή ώρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άδειασμα — [адьязма] ουσ. о. опоражнивание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κένωμα — το (ΑΜ κένωμα) [κενώ] 1. η κένωση, το άδειασμα 2. ο κενός χώρος, το κενό διάστημα νεοελλ. το άδειασμα τού μαγειρεμένου φαγητού από τη χύτρα στα πιάτα, το σερβίρισμα αρχ. 1. άδειο αγγείο 2. ιατρ. η κένωση 3. στον πληθ. τα κενώματα αυτά που… …   Dictionary of Greek

  • άγκλισμα — και άγλισμα, το 1. άντληση, λήψη νερού, κρασιού κ.λπ. με την αγκλιά 2. κένωση, άδειασμα (νερού από πηγάδι, κρασιού από βαρέλι κ.λπ.) 3. γεν. καθαρισμός, καθαριότητα (σπιτιού από τις σκόνες, μάντρας από τις κοπριές κ.λπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μτγν. ουσ …   Dictionary of Greek

  • άντληση — η (Α ἄντλησις) νεοελλ. 1. η λήψη υγρού με αντλία 2. η λήψη, το να παίρνει κανείς κάτι («άντληση νέων πόρων») αρχ. 1. λήψη νερού 2. εκκένωση, άδειασμα …   Dictionary of Greek

  • αγκλισμός — και αγλισμός, ο [αγκλίζω] κένωση, άδειασμα ενός αντικειμένου από το περιεχόμενό του …   Dictionary of Greek

  • αδένωμα — Καλοήθης όγκος ενός αδένα που εμφανίζεται σε διάφορα αδενοφόρα όργανα (μαστοί, στομάχι, νεφρά, θυρεοειδής κλπ.). Ανάλογα με το μέρος όπου εμφανίζεται, παίρνει και την ονομασία του, όπως π.χ. προστατικό α., μαστικό α. κλπ. Τo α. πιέζει τους… …   Dictionary of Greek

  • αδειάζω — (Μ ἀδειάζω) έχω ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου, ευκαιρώ νεοελλ. 1. αφαιρώ το περιεχόμενο από κάτι, εκκενώνω 2. αδειάζω από το περιεχόμενό μου, εκκενώνομαι 3. ερημώνομαι 4. αφαιρώ το περιεχόμενο από κάτι μεταφέροντάς το αλλού 5. φρ. «άδειασέ μας… …   Dictionary of Greek

  • αδειασιά — η [αδειάζω] 1. ελεύθερος χρόνος, ευκαιρία 2. κένωση, άδειασμα …   Dictionary of Greek

  • αποχώρηση — η (AM ἀποχώρησις) απομάκρυνση, αναχώρηση νεοελλ. 1. χωρισμός 2. παραίτηση αρχ. 1. τόπος καταφυγής ή μέσα ασφάλειας 2. άδειασμα, κένωση 3. έκκριση, έκκριμα, περιττώματα 4. αφοδευτήριο, αποχωρητήριο …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.